Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναρχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναρχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Βασίλης Ραφαηλίδης : Αναρχισμός (Από το βιβλίο "Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού ")

Βασίλης Ραφαηλίδης* :
Αναρχισμός
Από το βιβλίο
"Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού "

Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού
Συγγραφείς: Βασίλης Ραφαηλίδης
Θέμα: Πολιτικές επιστήμες
Εκδότης: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Σελίδες: 576
ISBN: 9799607058873
Ημ. Έκδοσης: 01/01/1999













Στα οκτώ κεφάλαια μπορείτε να βρείτε: την πορεία προς τον μαρξισμό, το μαρξισμό και τις ουρές του, την επανάσταση, το λενινισμό, τον τροτσκισμό, το σταλινισμό, την πτώση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών, τον κομμουνιστικό πολυκεντρισμό.

Ο Αναρχισμός

Ο αναρχισμός πριν απ' όλα

είναι μια αποδοχή της ετερότητας,

ένας σεβασμός του διαφορετικού

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν την φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στην φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει τον δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού.

Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίας. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απ' έξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω.

Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική.

Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.

Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της "ψευδούς συνειδήσεως" να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δεν δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων αλλά μπήκε στην συνείδηση με "μετάγγιση" από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από την συλλογική "εθνική ψυχή", από τον Αρχηγό.

Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στην δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα.

Μια συγκεκριμένη "κοινωνία ζώων" δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά τις "εξωτερικές σχέσεις". Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους.

Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος.

Κανένας άνθρωπος δεν διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά τις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με την βιολογία. Όταν ζεις στην διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων αν εγκατασταθεί σήμερα στην Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.

Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στην διαφορετικότητα των πολιτισμών, ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ' εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη Ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους.

Γιατί οι Ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του "πολιτισμένου" για τον "χαμένο παράδεισο", αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δεν μοιάζουν με τον δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ' όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν.

Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο την ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες "αναρχικών".

Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για "αναρχοαυτόνομους", που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.

Ωστόσο, έχουν και οι αναρχοαυτόνομοι τον μεγάλο θεωρητικό τους. Λέγεται Μαξ Στίρνερ (1806-1856).

Κατά τον Στίρνερ, δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα ανεξάρτητη από το άτομο. Η κοινωνία, το κράτος, οι τάξεις, οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν αφαιρέσεις. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να παίρνει κανείς στα σοβαρά όλα αυτά τα σκιώδη. Η μόνη πραγματικότητα είναι το άτομο και τίποτα άλλο έξω απ' αυτό. Ένας τέτοιος ριζικά αντικοινωνικός εγωισμός ονομάζεται "σολιψισμός". Είμαι τόσο μόνος ("solus") που η μόνη γνήσια συνείδηση που μπορώ να έχω είναι η συνείδηση του εαυτού μου.

Φυσικά, οι αναρχοαυτόνομοι δεν είναι τέτοιοι γιατί μελέτησαν Μαξ Στίρνερ, που είναι ένας πολύ σοβαρός φιλόσοφος, αλλά διότι δεν έχουν κανενός είδους ιδανικά, ιδεατούς στόχους προς τους οποίους οι άνθρωποι προσανατολίζουν την συμπεριφορά και την δράση τους, άσχετα από την επιτυχή ή ανεπιτυχή έκβαση της προσπάθειας. Τα ιδανικά είναι "σημαδούρες". Δεν υπάρχουν για να πραγματώνονται αλλά για να μπορούμε να προσανατολίζουμε την συμπεριφορά μας και να μην χανόμαστε στο χάος.

Ο Μαξ Στίρνερ είναι ένας απελπισμένος άνθρωπος που βλέπει την χρεοκοπία των χριστιανικών ιδανικών και θλίβεται. Και ενώ στην αρχή πιάνεται από τα σοσιαλιστικά ιδανικά, τα εγκαταλείπει και αυτά ως εξ ίσου ανεπαρκή με τα χριστιανικά.

Ακριβώς τέτοιοι είναι και οι σημερινοί αναρχοαυτόνομοι. Χωρίς να είναι φιλόσοφοι για να μπορούν να μετατρέψουν την απελπισία τους σε φιλοσοφικό κείμενο, την μεταγράφουν σε καταστροφικές πράξεις για να μας πουν στην γλώσσα που καταλαβαίνουμε καλύτερα πως ξέρουν ότι είμαστε απατεώνες, παντελώς αδιάφοροι για το μέλλον του κόσμου, συνεπώς και το δικό τους μέλλον, μέσα στο οποίο ανακλάται πολλαπλασιαζόμενη η απελπισία του άνεργου πατέρα και ο σπαραγμός της αγράμματης μάνας, που άδικα περιμένει την εξ ύψους βοήθεια. Γιατί, λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι να μην είναι εχθρικοί απέναντι σ' έναν κόσμο εχθρικό; Δεν υπάρχει τίποτα το παράλογο στην "παράλογη" συμπεριφορά εφήβων που ξέρουν σε ποιόν κόσμο βρέθηκαν πεταγμένοι. Και τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμα. Ο κόσμος γέμισε "σολίστες" που αρνούνται να παίξουν με ορχήστρα.

Η αναρχία είναι τόσο παλιά, όσο οι Στωικοί και κυρίως οι Κυνικοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας. Εμείς ξέρουμε τον Διογένη μόνο από το πιθάρι του ή το φανάρι του και όχι από συμπεριφορές πολύ πιο τυπικά αναρχικές, όπως για παράδειγμα η αδιάκοπη παρενόχληση των αρχόντων.

Σύμφωνα με την παράδοση, οΔιογένης είπε στον Μέγα Αλέξανδρο που πλησίασε να δει γιατί ο φιλόσοφος δεν εγκαταλείπει έστω για λίγο την ηλιοθεραπεία του, έστω από απλή περιέργεια να δει ποιος τέλος πάντως είναι αυτός ο σπουδαίος Αλέξανδρος από την Μακεδονία, «Τραβήξου πιο πέρα, μου κρύβεις τον ήλιο». Έστω και σε μορφή ανεκδότου, η συμπεριφορά του Διογένη είναι τυπικότατα αναρχική. Η εξουσία πράγματι καταστρέφει τις φυσικές καταστάσεις.

Ένας άλλος βασιλιάς δεν τόλμησε να τιμωρήσει τον μεγαλοφυή αναρχικό Μπετόβεν όταν δεν έβγαλε το καπέλο του την στιγμή που περνούσε από μπροστά του η βασιλική άμαξα- και αυτό δεν είναι ανέκδοτο, είναι γεγονός. Ρώτησαν τον Μπετόβεν γιατί έκανε κάτι τόσο παράτολμο κι αυτός απάντησε φυσικότατα: «Μα, ο βασιλιάς πρέπει να βγάζει το καπέλο του όταν με βλέπει!»

Οι καλλιτέχνες είναι φύσει αναρχικοί. Η όποια εξουσία ασκούν με το ταλέντο τους είναι μια φυσική εξουσία και συνεπώς αυτονοήτως σεβαστή.

Οι Κυνικοί, που τους είπαν έτσι χλευαστικά γιατί η συμπεριφορά τους ήταν τόσο φυσική όσο και του σκύλου (του κυνός) εμφανίζονται σε περίοδο παρακμής της Δημοκρατίας. Η κυνική φιλοσοφία, η πρώτη γνωστή μορφή αναρχισμού, δεν είναι παρά μια κριτική της Δημοκρατίας, που δεν τα κατάφερε να εδραιωθεί τόσο ώστε να μη χρειαστεί να παραδοθεί στην ασιατικής καταγωγής μακεδονική αυταρχία.

Σε όλη την διάρκεια του χριστιανικού Μεσαίωνα η αναρχική ιδέα θα πάρει την μορφή σατανά και θα χωθεί στις ψυχές των μαγισσών, που τολμούν και απειθαρχούν στις εντολές των επί της γης τοποτηρητών της Υπέρτατης Εξουσίας. Ας είναι καλά εκεί στην κόλαση που βρίσκονται αυτές οι υπέροχες γυναίκες που ενστικτωδώς κατάλαβαν πως αν δεν ξεσφίξεις τα πόδια σου για να αφήσεις να περάσει από την τρύπα ο σατανάς και να σε κατακυριεύσει, αναρχική, δηλαδή επαναστατική διάθεση είναι δύσκολο να αποκτήσεις. Όπως έλεγαν οι "σαινσιμονιστές", τα δικαιώματα της σάρκας είναι φυσικά και άρα αναρχικά δικαιώματα. Το κρεβάτι, ένα αντικείμενο τριπλής χρήσεως, όταν δεν το έχεις μόνο για να κοιμάσαι ή να πεθαίνεις σε οριζόντια θέση, είναι πρώτης τάξεως τόπος για ασκήσεις λυτρωτικού αναρχισμού.

Τόσο πολύ θα εξευτελίσει την αναρχική ιδέα ο χριστιανισμός, που στο εξής οι Κυνικοί δεν θα είναι φιλόσοφοι, αλλά άνθρωποι που τολμούν να λένε τα πράγματα με το όνομά τους, αρνούμενοι να χρησιμοποιήσουν τον συμβατικό, κοινόχρηστο λόγο του ποιμνίου.

Παρά ταύτα, όταν τα πράγματα καταλαγιάσουν και όλες οι μάγισσες καούν στην πυρά, ο χριστιανισμός θα είναι αυτός που θα ξαναφέρει στην μόδα τον αναρχισμό. Και δεν εννοούμε μόνο τις πάμπολλες αναρχικές χριστιανικές αιρέσεις, σαν τους "Καθαρούς" για παράδειγμα, εννοούμε πρωτίστως τον χριστιανικό φιλοσοφικό αναρχισμό του Αγγλου Γουίλιαμ Γκόντουιν (1756-1836), που λέει πως μόνον η σκέψη και το πνεύμα δικαιούνται να κυβερνούν τον κόσμο και όχι οι κοσμικοί άρχοντες ή οι παπάδες με το δανεικό πνεύμα.

Το πνεύμα ή το έχεις ή δεν το έχεις, από την φύση και από την αγωγή. «Ούτε το μυστήριο της βαπτίσεως, ούτε το άλλο της χειροτονίας μπορούν να σε κάνουν πνευματικό άνθρωπο», λέει ο καλός χριστιανός Γκόντουιν. Η Θεία Χάρη δεν μεταγγίζεται με τύπου άμπρα-κατάμπρα επεμβάσεις έξωθεν, λέει ο καλός χριστιανός Γκόντουιν και βρίσκει τον μπελά του από άλλους καλούς χριστιανούς, που όλη τους την πνευματικότητα την παίρνουν με διαρκείς μεταγγίσεις πνεύματος από την αστείρευτη πηγή του Αγίου Πνεύματος. Την ξέρουμε την καλοσύνη αυτών των εμβολιασμένων με καλοσύνη. Μοιάζουν μ' αυτούς που πάσχουν από μεσογειακή αναιμία και κάνουν συνεχείς μεταγγίσεις επί ματαίω.

Περίπου τα ίδια θα πει και ένας άλλος σπουδαίος χριστιανός αναρχικός, ορθόδοξος αυτός, ο Λέων Τολστόι (1828-1910). Που δεν έγραψε μόνο τα δημοφιλή μυθιστορήματα "Πόλεμος και ειρήνη" και "Αννα Κερένινα", αλλά και τα φιλοσοφικά πεζογραφήματα "Το κράτος του ζόφου" και "Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς", δύο συγκλονιστικά κείμενα ορθόδοξου χριστιανικού αναρχισμού.

Σημειώστε πως η ορθοδοξία είναι αναρχική εκ κατασκευής. Στην καθαρή της μορφή δεν αποδέχεται κανενός είδους εξουσία, ούτε καν του μητροπολίτη, ούτε καν του πατριάρχη. Αν δεν αποδεχόταν και την απ' ευθείας στην συνείδηση του πιστού δρώσα θεϊκή εξουσία, θα ήταν ένας τέλειος αναρχισμός. Ο τολστοϊσμός, που παραλίγο θα γινόταν κάποτε χριστιανική αίρεση, είναι μια πιο ριζοσπαστική μετακίνηση της ορθοδοξίας προς την μεριά του αναρχισμού.

Θέλω να πω πως ο χριστιανισμός και ειδικότερα η ορθοδοξία, η πιο παλιά μορφή χριστιανισμού, διατηρεί ακόμα την προκωνσταντινική ανάμνηση των αναρχομεταφυσικών αγώνων της κατά της ρωμαϊκής εξουσίας και της εξουσίας των πλουσίων. Ο τολστοϊσμός είναι μια απόπειρα απαγκίστρωσης της ορθοδοξίας από το εξουσιαστικό φορτίο που της έβαλε στην ράχη η Ιστορία για να κάνει την δουλειά της με το παπαδαριό και την τρομοκρατία της κόλασης. Κι εσείς μου μιλάτε για τρομοκράτες εντελώς της πλάκας αν τους συγκρίνεις με τον αρχιτρομοκράτη Θεό, τον μόνο που διατηρεί το δικαίωμα όποτε θέλει να αγαπά και όποτε θέλει να μισεί τον πλησίον του, όπως λέει ο είρων Λαμπίς.

Ο αναρχισμός δεν είναι κατ' ανάγκην βίαιος. Αλλωστε, άλλο τρομοκρατία και άλλο αναρχία. Η τρομοκρατία, μία ανάμεσα σε πολλές μορφή βίαιου αναρχισμού, είναι η άσκηση εξουσίας διά του τρόμου. Αυτό σημαίνει πως η εξ ορισμού αντιεξουσιαστική κλασική προμπακουνική αναρχία είναι εχθρός τής εξ ορισμού σκληρής εξουσιαστικής τρομοκρατίας.

Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν το αναρχικό κίνημα συναντήσει στον δρόμο του το μεταγενέστερο κομμουνιστικό κίνημα, για να προκύψει από την διασταύρωση το υβρίδιο τουαναρχοκομμουνισμού του Μιχαήλ Μπακούνινκαι του Πιότρ Κροπότκιν. Οι αριστεροί τρομοκράτες (υπάρχουν και δεξιοί τρομοκράτες) δεν είναι ούτε αναρχικοί, ούτε κομμουνιστές. είναι αναρχοκομμουνιστές, παιδιά του Μπακούνιν και όχι του Μαρξ. Επειδή, όμως, τον Μαρξ και τον Μπακούνιν, δύο θανάσιμους εχθρούς, που όσο ζούσαν τρώγονταν σαν τα σκυλιά, που λέμε, τους συνέδεε κάτι κοινό, ο κομμουνισμός, ο αναρχοκομμουνισμός θα δώσει μια τεράστια ποικιλία μειγμάτων, που άλλα έχουν μέσα τους περισσότερο μαρξισμό και άλλα περισσότερο μπακουνισμό.

O προυντονισμός δεν έχει μέσα του ίχνος κομμουνισμού. Και όμως είναι αναρχισμός, και μάλιστα η πρώτη μορφή οργανωμένου αναρχισμού. Ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν (1809-1865) είναι αυτός που θα αναγάγει τον αναρχισμό από ηθικό αίτημα που ήταν μέχρι τότε, σε πολιτικό κίνημα, και θα καθιερώσει τον όρο ως πολιτικό όρο. Στο περιλάλητο σύγγραμμά του "Τι είναι η ιδιοκτησία;" γραμμένο το 1840, θα δώσει μια απάντηση που θα γίνει κλασική: «Η ιδιοκτησία είναι κλοπή».

Εν τούτοις, ο Προυντόν δεν είναι κατά της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι κατά της κλεμμένης ιδιοκτησίας. Ρουσφέτια, μίζες, απάτες, αρπαγές, πουστιές διάφορες, όλα αυτά τα εξόχως καπιταλιστικά είναι αυστηρά απαγορευμένα στον ηθικοκεντρικό καπιταλιστικό αναρχισμό του Προυντόν, τον «μικροαστικό αναρχισμό», όπως έλεγε ο Μαρξ.

Επειδή τίποτα δεν μπορείς να πετύχεις με τον καταναγκασμό, λέει ο Προυντόν, πρέπει να βρεις τρόπο να διασφαλίσεις την κοινωνία από κάθε εξουσιαστική παρεκτροπή. Η προυντονική λύση στο δύσκολο αυτό πρόβλημα είναι ένα πάρα πολύ πυκνό δίκτυο παραγωγικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών, που ενώνονται ελεύθερα σε ομοσπονδίες, κι αυτές σε συνομοσπονδίες. Έτσι, προκύπτει στο τέλος ένα κράτος χωρίς κεντρική εξουσία, ένα μη-κράτος συνεταίρων.

Αυτό που σήμερα λέγεται αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση είναι προυντονισμός. Πράγματι, όσο πιο αποκεντρωμένο είναι το κράτος, τόσο λιγότερο αισθητή είναι η παρουσία του. Και αν κάθε αυτοδιοικούμενη περιοχή γίνει μια ομοσπονδία συνεταιρισμών, ο συνεταιριστικός αναρχισμός του Προυντόν μετατρέπεται σε αναρχικό διοικητικό σύστημα.

Η ιδέα είναι εντελώς συναρπαστική. Και απολύτως πραγματοποιήσιμη, λέει ο νεοπρουντονικός Νόαμ Τσόμσκι, ο μεγάλος γλωσσολόγος και διεθνής ηγέτης του σύγχρονου ειρηνικού, μη κομμουνιστικού αναρχικού κινήματος. Θα ευχόταν κανείς η συνεταιριστική ιδέα, την αξία της οποίος πρώτος επεσήμανε ο Όουεν, να αναπτύσσεται συνεχώς και περισσότερο. Ο καπιταλισμός σίγουρα θα αποκτούσε πιο ανθρώπινο πρόσωπο.

Όμως, η αποτυχία του παμπάλαιου χριστιανικού κοινοτισμού, που δεν είναι παρά περιορισμένου εύρους προυντονισμός (οι ενορίες ήταν κάποτε παραγωγικοί και καταναλωτικοί συνεταιρισμοί), δείχνει πως οι συνεταιρισμοί είναι η ασπιρίνη και όχι το φάρμακο στον καρκίνο του καπιταλισμού.

Μετά τον Καρλ Μαρξ όλοι πλέον ξέρουμε πως η ατομική ιδιοκτησία δεν θα ήταν δυνατό να είναι στατική έννοια. Καπιταλισμός που δεν επεκτείνεται συνεχώς, κάποτε καταρρέει. Βιομηχανίες που δεν κατακτούν διαρκώς νέες αγορές για να τοποθετήσουν την αυξανόμενη παραγωγή που θα δώσει τα αυξημένα κέρδη, δεν αναπτύσσονται και κάποτε καταρρέουν κάτω από την πίεση ομόλογων βιομηχανιών, που αναπτύσσονται.

Ο ανελέητος ανταγωνισμός είναι νόμος απαράβατος στον καπιταλισμό. Στον γεμάτο καλές προθέσεις προυντονισμό, δεν είναι. Ο προυντονισμός είναι μια κλειστή οικονομία χωρίς δυνατότητες ανάπτυξης, ο καπιταλισμός είναι μια ανοιχτή οικονομία με κολοσσιαίες δυνατότητες ανάπτυξης. Ωστόσο, στα όρια και τα πλαίσια του υπάρχοντος καπιταλισμού, ο προυντονισμός είναι η πιο προωθημένη μορφή σοσιαλδημοκρατίας. Ο αναρχισμός του Προυντόν δίνει πράγματι ένα ανθρώπινο πρόσωπο στον καπιταλισμό. Ο προυντονισμός έχει το τεράστιο ηθικό πλεονέκτημα να καταργεί το κράτος ειρηνικά και στα γρήγορα. Δεν είναι τυχαίο που ο προυντονισμός, μια εξαιρετικά γοητευτική μορφή ειρηνικού αναρχισμού, θα γίνει τόσο δημοφιλής.

Όμως, το κράτος δεν καταργείται όσο υπάρχει ατομική ιδιοκτησία και κατά συνέπεια ανταγωνιστικές τάξεις, που καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη του κράτους, λέει ο Μαρξ. Το κράτος μαραζώνει σιγά-σιγά μέχρι την πλήρη εξαφάνισή του στην αταξική κοινωνία, λέει ο Μαρξ και αρπάζεται άγρια τόσο με τον σύγχρονό του Προυντόν όσο και με τον ομοίως σύγχρονο και φίλο του μέχρι τότε Μπακούνιν.

Στο πολιτικό του ξεκίνημα ο Μιχαήλ Μπακούνιν (1814-1876) είναι φίλος και με τον Προυντόν και με τον Μαρξ. Όμως θα τσακωθεί πολύ άσχημα και με τους δύο. Με τον Προυντόν γιατί ο Μπακούνιν είναι κομμουνιστής, ονειρεύεται δηλαδή την αταξική και συνεπώς μη καπιταλιστική κοινωνία, και με τον Μαρξ διότι θέλει το αταξικό κράτος εδώ και τώρα, χωρίς την διαμεσολάβηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, που ιστορικός προορισμός της είναι, κατά τον Μαρξ, να οδηγεί το κράτος στον δρόμο ενός συνεχούς μαρασμού, μέχρι την πλήρη εξαφάνισή του στην αταξική κοινωνία. Η οποία δεν μπορεί παρά να είναι αναρχική, αφού δεν θα υπάρχει σ' αυτήν εξουσία.

Αν επαναστατήσουμε όλοι όσοι μισούμε την ατομική ιδιοκτησία, την υπεύθυνη για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, και αν όλοι μαζί, προλετάριοι και μη, χτυπήσουμε σκληρά τον καπιταλισμό, τότε φτάνουμε στα γρήγορα στον κομμουνισμό χωρίς να περιμένουμε να μαραζώσει το κράτος και κουραφέξαλα, λέει ο πολύ βιαστικός Μπακούνιν.

Το σχέδιο του Μπακούνιν φαίνεται ακόμα πιο γοητευτικό απ' αυτό του Προυντόν, όχι μόνο γιατί έχει μέσα του πολλή δράση, αλλά και διότι υπόσχεται έναν κομμουνισμό που θα τον ζήσουν αυτοί που θα τον φτιάξουν. Ενώ ο κομμουνισμός του Μαρξ είναι δυσκίνητος. Ποιος μπορεί να ξέρει τι είναι δυνατό να συμβεί μέχρι την έλευση της αταξικής κοινωνίας, με μια δικτατορία του προλεταριάτου συνεχώς πάνω από το κεφάλι σου;

Σήμερα όλοι ξέρουμε τι είναι δυνατό να συμβεί αφού συνέβη. Όμως, όλοι ξέρουμε επίσης τι συνέβη και με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Τσακίστηκε στα γρήγορα και εξαφανίστηκε μέσα σε λίγες μέρες. Κράτος δεν είναι η κυβέρνηση, κράτος είναι η βία, λέει ο Μαρξ επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Προμηθέα. Κράτος χωρίς αστυνομία και στρατό δεν νοείται. Εδώ δεν νικάει ο καλύτερος, όπως στον στίβο, αλλά ο καλύτερα οπλισμένος ή αυτός που θα πιάσει στον ύπνο τον καλύτερα οπλισμένο, όπως έγινε κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Για να συνοψίσουμε: Οι προυντονικοί είναι αναρχικοί, αλλά δεν είναι κομμουνιστές. Οι μπακουνικοί είναι και αναρχικοί και κομμουνιστές, αλλά δεν είναι μαρξιστές. Οι μαρξικοί είναι κομμουνιστές διαρκώς και αναρχικοί μακροπροθέσμως. Και στα τρία ρεύματα ο αναρχισμός είναι η κοινή συνιστώσα. Όμως, αναρχισμός υπάρχει και στον χριστιανισμό, όπως είπαμε. Αρα ο αναρχισμός, στις πολλές παραλλαγές του, είναι μια απολύτως κυρίαρχη κατάσταση.

Το 1876, την χρονιά του θανάτου του Μπακούνιν, που όσο ζούσε διατηρούσε ζεστό το αίμα στις φλέβες των αναρχικών, ο Ιταλός αναρχικός Ενρίκο Μαλατέστα θα δημιουργήσει μια καινούργια παραλλαγή αναρχισμού. Αφού οι προυντονιστές, οι μπακουνιστές και οι μαρξιστές δεν μπορούν να τα βρουν και να δράσουν συντονισμένα, καλό είναι να μη σταματήσουμε να ενεργούμε ένας-ένας ή σε μικρές ομάδες.

Αυτήν την μορφή δράσης ο Ενρίκο Μαλατέστα την ονομάζει «έμπρακτη προπαγάνδα». Χρειάζεται, λέει ο Μαλατέστα, η έμπρακτη προπαγάνδα για να διατηρείται υψηλό το αγωνιστικό φρόνημα του λαού, μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή της επανάστασης - όποτε κι αν έρθει.

Η άποψη του Μαλατέστα θα βρει μια απροσδόκητα μεγάλη απήχηση. Ανταποκρίνεται θαυμάσια στον κοινωνικό ατομικισμό του αναρχισμού και ξεπερνάει την μεγάλη δυσκολία της συλλογικής οργάνωσης και δράσης. Τρεις φορές επιχείρησαν οι αναρχικοί να φτιάξουν δική τους Διεθνή, και τις τρεις απέτυχαν παταγωδώς. Μαζική δράση και αναρχισμός είναι έννοιες αντιφατικές εξ ορισμού.

Ο Μαλατέστα συνέλαβε το κοινωνικό νόημα του φιλοσοφικού Κυνισμού των αρχαίων Ελλήνων: Κάθε τόσο πρέπει παρενοχλείς τους κατέχοντες την εξουσία με διακεκομμένα χτυπήματα. Και με μια αυτόματη αλλαγή βάρδιας, μετατρέπεις τον βίαιο, τον μπακουνικό αναρχισμό σε μια κατάσταση διιστορική.

Αυτό ακριβώς είναι το μπακουνικής και όχι μαρξικής καταγωγής σημερινό αναρχικό κίνημα, που ποτέ δεν είχε την επιδοκιμασία των κομμουνιστικών κομμάτων. Αλλά πάντα εύρισκε κρυφή και ανομολόγητη αποδοχή από την λαϊκή συνείδηση. Ο ταλαιπωρημένος ανθρωπάκος, με τον χωροφύλακα, τον δικαστή και τον φορατζή συνεχώς πάνω απ' το κεφάλι του, γνωρίζει καλά τι σημαίνει εξουσία.

Μόνο σε μια ειδική περίπτωση ο αναρχισμός θα γίνει μαζικό λαϊκό κίνημα. Οαναρχοσυνδικαλισμός είναι ένα από τα πιο έξυπνα και πιο τίμια λαϊκά κινήματα που εμφανίστηκαν ποτέ.

Το 1895, μια ομάδα Γάλλων αναρχικών ιδρύουν μια νέας μορφής εργατική ομοσπονδία, όχι χωρισμένη σε κλάδους ανάλογα με το είδος της εργασίας, αλλά μαζική και συμπαγή. Όχι, ας πούμε εργάτες χάλυβος απ' τη μια,εργάτες Τύπου απ' την άλλη (που έχουν γράψει Ιστορία στο αναρχικό κίνημα), αλλά εργάτες σκέτα. Μόνο έτσι θα ξεπεραστεί η λογική κατά τα άλλα τάση για υπεράσπιση των κλαδικών συμφερόντων και θα τονιστεί ο μαζικός και ταξικός χαρακτήρας του συνδικαλισμού.

Κύριος σκοπός ύπαρξης αυτών των σωματείων δεν είναι οι οικονομικές διεκδικήσεις, που μπαίνουν πάντα σε δεύτερο πλάνο, αλλά η οργάνωση γενικών απεργιών με απώτερο στόχο την παράλυση και την κατάρρευση του καπιταλιστικού κράτους και την ανάληψη της εξουσίας απ' ευθείας από τα συνδικάτα. Στην διάρκεια των μεγάλων απεργιών οι απεργοί και οι οικογένειές τους συντηρούνται από ένα καλά οργανωμένο ταμείο απεργιακής αρωγής.

Ο γαλλικός θεσμός του αναρχοσυνδικαλισμού θα διαδοθεί ταχύτατα στην Ιταλία και κυρίως την Ισπανία. Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ισπανικός αναρχοσυνδικαλισμός, παρ' όλο που δεν έχει την υποστήριξη των κομμουνιστών, -εντελώς το αντίθετο μάλιστα- θα γίνει ο φόβος και ο τρόμος των βιομηχάνων, που χρησιμοποιούν πάρα πολύ συχνά το νόμιμο δικαίωμά τους για ανταπεργία (λοκ-άουτ).

Το πανίσχυρο αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα ήταν η πρώτη πολιτική δύναμη στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Όμως, ήταν πολύ ισχυρό από πολύ νωρίτερα, από το τέλος του περασμένου αιώνα. Αν στον εμφύλιο πόλεμο είχε την υποστήριξη του κομμουνιστικού κόμματος, θα μπορούσε ίσως να καταλάβει την εξουσία πολύ άνετα όταν δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες.

Τόσο μεγάλο και τόσο καλά οργανωμένο ήταν το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα στην Ισπανία, που στα χρόνια του εμφυλίου, σε συνθήκες πάρα πολύ αντίξοες, οι αναρχικοί μπόρεσαν να οργανώσουν υποδειγματικές κολεκτίβες, κάνοντας τον Φράνκο και τους περί αυτόν καθολικούς και φεουδάρχες να λυσσάξουν.

Με την σειρά τους θα λυσσάξουν και οι αναρχικοί και θα αρχίσουν να καίνε εκκλησίες και να σκοτώνουν παπάδες, οι οποίοι έχουν ήδη πιαστεί γερά από το ξίφος του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο. Τόσο λυσσώδη εμφύλιο πόλεμο δεν θα βρείτε άλλον στην παγκόσμια Ιστορία, όσο κι αν ψάξετε. Το πολιτειακό πρόβλημα τότε δεν παιζόταν στα ζάρια μόνο ανάμεσα στην δημοκρατία και τον φασισμό, αλλά και ανάμεσα στην αστική δημοκρατία, την οποία στήριζαν οι κομμουνιστές, και τον φασισμό από την μια μεριά, και από την άλλη τον αναρχικό, τον μπακουνικό κομμουνισμό. Τελικά, θα κερδίσει ο φασισμός.

Ωστόσο, ένα σπάνιο φαινόμενο συμπεριφοράς της μάζας θα δείξει με τον πιο καθαρό τρόπο πως ο αναρχισμός έχει βαθιές ρίζες στην λαϊκή συνείδηση.

Ο σαρωτικός Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, μία από τις πιο σπάνιες και χαρισματικές μορφές λαϊκού ηγέτη, πριν σκοτωθεί μ' έναν εντελώς μυστηριώδη τρόπο και περάσει στον χώρο των λαϊκών θρύλων, ήταν ήδη αποδεκτός από ένα τεράστιο πλήθος Ισπανών, ασχέτως πολιτικής τοποθετήσεως. Η κηδεία, στην Βαρκελόνη, αυτού του πολύ μεγάλου αναρχικού ηγέτη είναι ένα φαινόμενο που ακόμα το μελετούν οι ειδικοί στην συμπεριφορά της μάζας. Μιλιούνια λαού από ολόκληρη την δημοκρατική εμφυλιοπολεμική Ισπανία δεν παρακολουθούν απλώς μια κηδεία, θα ήταν αδύνατο άλλωστε να περπατούν πίσω από ένα φέρετρο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, αλλά κλαίνε μαζικά, κατά ομάδες, για τον θάνατο ενός πεθαμένου Θεού, του οποίου η ανάσταση δεν θ' αργήσει. (Για περισσότερα και ακριβέστερα, βλέπε το αριστούργημα του Χανς Μάγκνους Έντσεσμπέργκερ "Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας").

Είναι βέβαιο πως η αναρχία έχει βαθιές και δυνατές ρίζες στην μάζα. Αυτό το ήξερε καλά και ο αναρχικός μάλλον, παρά κομμουνιστής κατ' ουσίαν,Αρης Βελουχιώτης, όταν μάζευε γύρω του ένα πλήθος "παρανόμων".

Ο Φραντς Φανόν, ο θεωρητικός της αλγερινής επανάστασης, στο βιβλίο του "Της γης οι κολασμένοι" δεν αναφέρεται στους κολασμένους του "Κομμουνιστικού Μανιφέστου" αλλά στην αναρχική διάθεση που κρύβουν μέσα τους οι λούμπεν, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν επαναστατικά με έξυπνους χειρισμούς.

Όλοι οι ριψοκίνδυνοι χρειάζονται σε μια επανάσταση όταν ήδη έχει ξεσπάσει. Δεν είναι εύκολο πράγμα η εξόντωση του ταξικού εχθρού, που έχει στην διάθεσή του τις πολύ ισχυρές δυνάμεις καταστολής, τους άνδρες των οποίων χρησιμοποιεί το σύστημα βαναύσως εκμεταλλευτικά έναντι πινακίου ολοένα και περισσότερο δυσεύρετης φακής.

Με λούμπεν κάνουν εκείνοι την δουλειά τους; Με λούμπεν θα κάνουμε και εμείς την δική μας. Αν είχαμε προλετάριους, θα την κάναμε με προλετάριους. Αυτό που σίγουρα έχουμε σε υπεραφθονία είναι η αναρχική διάθεση. Όλοι οι νορμάλ άνθρωποι κρύβουν μέσα τους έναν αναρχικό. Ακόμα και οι άνδρες των ΜΑΤ. Προς το παρόν μάς λιανίζουν, αφού γι' αυτό πληρώνονται. Αλλά νομίζετε πως δεν έχουν συνείδηση της βαρβαρότητας του συστήματος που τους χρησιμοποιεί εκμεταλλευόμενο την ανάγκη για επιβίωση των σύγχρονων σκλάβων;

Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θα μπορούσαν να είναι αναρχικοί οι πάντες, αφού ήταν αναρχικός ένας γνήσιος Ρώσος αριστοκράτης, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, και κυρίως ένας γνησιότατος Ρώσος πρίγκιπας, ο Πιότρ Κροπότκιν (1842-1921), ο πιο μεγάλος θεωρητικός του αναρχισμού, που διετέλεσε και υπασπιστής του τσάρουΑλέξανδρου Β', αυτού ακριβώς που δολοφόνησαν οι αναρχικοί το 1881. Πάντως, δεν τον δολοφόνησε ο Κροπότκιν. Αλλά επειδή ήταν ήδη φιλοαναρχικός, απελάθηκε από την Ρωσία αμέσως μετά την δολοφονία του φίλου του, του τσάρου.

Δεν εκτελέστηκε, γιατί ήταν πρίγκιπας. Αλλά μόλις φτάσει στην Γαλλία, θα αποποιηθεί επισήμως τον τίτλο του πρίγκιπα και το 1883 οι Γάλλοι, για να τον τιμωρήσου και για λογαριασμό των Ρώσων, τον κλείνουν τρία χρόνια φυλακή.

Όταν αποφυλακίζεται το 1886, πηγαίνει στην Αγγλία, όπου ζει τα επόμενα 30 χρόνια της ζωής του. Θα επιστρέψει στην πατρίδα του με την έκρηξη της Επανάστασης το 1917, αλλά δεν θα πάρει μέρος. Ως γνήσιος αναρχικός δεν είναι υπέρ της βίαιης επανάστασης, όπου πεθαίνουν πολλοί, είναι υπέρ των μεμονωμένων εκτελέσεων σε κλασικό αναρχικό στυλ, για να γίνεται οικονομία στο αίμα και για να γίνεται αβίωτος ο βίος των αστών. Η αριστερή τρομοκρατία είναι μια λεπτή και δύσκολη τέχνη, που απαιτεί υψηλό δείκτη νοημοσύνης και επιδεξιότητα νευροχειρουργού.

Ο φίλος του Πιότρ Κροπότκιν, Όσκαρ Ουάιλντ, ένας ακόμα διάσημος αναρχικός, λέει πως ο αυτοκαθαιρεθείς πρίγκιπας ήταν «ένας από τους δύο αληθινά ευτυχισμένους ανθρώπους που γνώρισε στη ζωή του». Και ο ΡομένΡολάν θα γράψει πως «ο Κροπότκιν έζησε αυτά που πρέσβευε μεν, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει ο Λέων Τολστόι».

Όσο για τους Μπολσεβίκους, αυτοί τίμησαν τον Κροπότκιν στην κηδεία του επιτρέποντας στις χιλιάδες των Ρώσων οπαδών του, που υπήρχαν ακόμα το τέταρτο έτος της Επανάστασης, το 1921, να ακολουθήσουν το φέρετρο με αναπεπταμένες μαύρες αντί για κόκκινες σημαίες. Αλλά αυτό θα συμβεί για τελευταία φορά. Στο εξής, όλοι οι Ρώσοι θα φορούν κόκκινα. Τα μαύρα, άλλου είδους μαύρα, θα τα ξαναφορέσουν πολύ αργότερα, το 1991.

Ο Πιότρ Κροπότκιν ήταν ο πιο καλός πρίγκιπας που έζησε ποτέ. Ένας γνήσιος πρίγκιπας της εντιμότητας και του ήθους, που στο αριστούργημά του "Αμοιβαία βοήθεια" λέει πως στον καιρό μας ούτε καν οι μεγαλοφυείς μπορούν να κάνουν κάτι μόνοι τους. Η ανάγκη για συλλογική δράση θα γίνεται ολοένα και περισσότερο απαραίτητη σε όλα τα επίπεδα. Μέσα απ' αυτήν την ανάγκη για συλλογική δράση και με την ανάπτυξη όλων των δεξιοτήτων του καθένα χωριστά προκειμένου η συλλογική δράση να είναι πιο αποτελεσματική, η ανθρωπότητα θα οδηγηθεί κάποτε κατ' ανάγκην στον αναρχοκομμουνισμό. Είθε, άθεε Αγιε Πιότρ Κροπότκιν

Αλήτες σαν τον Νετσάγεφ, που σκοτώνουν για την χαρά του φόνου, θα τρυπώνουν πάντα ανάμεσα στους αναρχικούς. Αλλά δεν είναι αυτοί οι γνήσιοι αναρχικοί.

Οι γνήσιοι αναρχικοί έχουν κάτι από την συμπεριφορά του Διογένη και το ήθος του Κροπότκιν, ίσως του πιο έντιμου ανθρώπου που περπάτησε ποτέ στην γη...

--

Σημ.: η εικονογράφηση του κειμένου έγινε με ευθύνη της Stavrovelonias
Πηγές http://stavrochoros.pblogs.gr/2008/06/anarhia-einai-mia-katastash-fysikh-.html
http://cmoiss.blogspot.gr/2008/12/blog-post_4787.html
http://www.protoporia.gr/i-megali-peripeteia-toy-marxismoy-p-73715.html

*Βασίλης Ραφαηλίδης
Από τη Βικιπαίδεια https://el.wikipedia.org

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης (1 Ιανουαρίου 1934 - 8 Σεπτεμβρίου 2000) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου.
Βιογραφία

Γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 στην Αθήνα. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, την οποία και ο ίδιος αναγνώριζε ως πατρίδα του (κυρίως διότι του άρεσε ως πόλη). Εξάλλου είχε και άλλες "πατρίδες". Κατεξοχήν, την Καστοριά στην οποία πέρασε την εφηβεία, λόγω μετάθεσης των γονέων του. Σημειωτέον, οι γονείς του ήταν αμφότεροι εκπαιδευτικοί - φιλόλογος ο πατέρας (Ανάργυρος), δασκάλα η μητέρα του (Ελένη).

Σπούδασε το 1959 κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου στην Αθήνα και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, ενώ το 1962 γύρισε και ο ίδιος δύο ταινίες - ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, το Βυζαντινό Μνημόσυνο και το Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους. Η πρώτη του ταινία, γυρισμένη με πενιχρά και πεπαλαιωμένα μέσα, ήταν εξαιρετικά φιλόδοξη, αλλά ο ίδιος την απέρριψε αμέσως ως αισθητικά απαράδεκτη και έκτοτε αδιαφόρησε παντελώς για την τύχη της παρότι βραβεύτηκε αργότερα από διεθνές φεστιβάλ.

Το 1963 αποφασίζει να εγκαταλείψει την προοπτική του επαγγελματία σκηνοθέτη για να γίνει επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου. Αρχικά εργάστηκε σ' αυτό το πόστο σε έντυπα της αριστεράς στην οποία ιδεολογικά ανήκε, αρχικά την Επιθεώρηση Τέχνης και αργότερα στην Δημοκρατική Αλλαγή. Στη συνέχεια εξέδωσε τοπεριοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος το οποίο έκλεισε η Χούντα για να το επανεκδώσει στη συνέχεια με τον τίτλο Σύγχρονος Κινηματογράφος.

Με τη μεταπολίτευση εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες όπως Το Βήμα (1974 - 1983), Έθνος (1983 - 1998) και Ελευθεροτυπία (1998 ως το θάνατό του το 2000), μη περιοριζόμενος στην κριτική κινηματογράφου, αλλά γράφοντας σχόλια και επιφυλλίδες που άπτονταν ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων.

Επίσης παρέδιδε σεμινάρια και δίδαξε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, στο Ινστιτούτο Γκαίτε και αλλού. Επίσης εργάστηκε και σε ραδιοφωνικό σταθμό σε εκπομπές διαλόγου. Στη διάρκεια της δικτατορίας βασανίστηκε και εκτοπίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Υπήρξε συνειδητοποιημένοςμαρξιστής-κομμουνιστής και μέσα από κάποια βιβλία του ανέλυσε τη μαρξιστική και κομμουνιστική θεωρία με τρόπο απλό αλλά όχι απλουστευτικό.

Απεβίωσε το 2000 σε ηλικία 66 ετών από καρκίνο και κηδεύτηκε στην Πάτρα. Κατοικούσε στα Εξάρχεια επί της οδού Ιπποκράτους.
Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενδεικτικά κάποια βιβλία από την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα:
12 μαθήματα για τον κινηματογράφο (1982, Αιγόκερως)
Λεξικό ταινιών (1982, Αιγόκερως)
Κείμενα για τον Μαρξ (1983)
Φιλμοκατασκευή (1984, Αιγόκερως)
Κινηματογραφικά Θέματα (6 τόμοι, 1985, Αιγόκερως)
Έλληνες και Νεοέλληνες (1988)
Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου (1989, Αιγόκερως)
Το ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας (1990, Αιγόκερως)
Καπιταλισμός, Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας (1991, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο (αυτοβιογραφικό, 1992, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Στοιχειώδης αισθητική (1992, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974 (1993, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Οι λαοί των Βαλκανίων (1994, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
20 κείμενα για 127 αιρέσεις (1995, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ελληνικός κινηματογράφος, κριτική (1995)
Μυθ-ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων (1995, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι (1996, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Λαοί της Ευρώπης (1996, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Το βλέμμα του ποιητή (1996, Αιγόκερως)
Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα (1997, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
21 κείμενα για τη Μαλβίνα (1998, Ποντίκι)
Λαοί της Μέσης Ανατολής (1998, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού (1999, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Πέρα από τον κινηματογράφο (Α΄ τόμος, 1999, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Πέρα από τον κινηματογράφο (Β΄ τόμος, 2003, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Άραβες (2003, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ταξίδι στο μύθο δια της ιστορίας (2003, Αιγόκερως)
Η μυθική ιστορία των Εβραίων (2005, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Νεοελληνική Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (2010, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, πρώτη δημοσίευση ως σειρά άρθρων στο "Έθνος της Κυριακής" το 1989)


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Είναι ο αναρχισμός βίαιος; Του Alan MacSimoin




Του Alan MacSimoin

Καθώς ο αναρχισμός γίνεται δημοφιλέστερος, καταβάλλονται προσπάθειες να παρουσιαστεί ως «βίαιος». Ελάχιστοι δημοσιογράφοι έχουν ανακαλύψει ότι είναι πολύ πιο ευκολότερο να κατασκευαστούν διάφορες ιστορίες για τους αναρχικούς παρά να μιλήσουν οι ίδιοι οι αναρχικοί για τους εαυτούς τους. Έτσι, σήμερα ακούμε, συνήθως, σκουπίδια του είδους ότι «οι αναρχικοί μισούν κάθε οργάνωση». Τελικά, θεωρείται αξιοπιστία το να κατηγορούνται άνθρωποι που οργανώνουν «αντι-καπιταλιστικές» διαμαρτυρίες ότι είναι, ταυτόχρονα, ενάντια σε κάθε δομή και οργάνωση.

Ωστόσο, λέγονται ένα σωρό αηδίες στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες, καταβάλλοντας προσπάθεια να εντυπωθεί ο αναρχισμός ως κάτι περισσότερο από μια άλλη λέξη για τη βία. Στην πραγματικότητα, οι αναρχικοί δεν είναι περισσότερο βίαιοι από οποιονδήποτε άλλον και η πραγματικότητα είναι ότι είμαστε όλο και λιγότερο βίαιοι λόγω της πολιτικής μας. Ο στόχος μας είναι ένας καλύτερος κόσμος για τον καθέναν που ζει σε αυτόν τον πλανήτη και είναι ένας στόχος που δεν μπορεί να επιβληθεί από μια μειονότητα.

Κανένας δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να συνασπιστεί με τους συναδέλφους του ή τους γείτονές του, για να αποκτήσουν όλοι μαζί τον έλεγχο των αποφάσεων που τους αφορούν, κανένας δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να είναι ελεύθερος. Η μάχη μας είναι μάχη ιδεών.

Τότε γιατί ο αναρχισμός συγχέεται τόσο συχνά με τις… αντίκες των τρομοκρατικών συμμοριών; Όπως στους περισσότερους μύθους, υπάρχει και εδώ ένας κόκκος αλήθειας ανάμεσα. Μετά την ήττα της εξέγερσης των εργαζόμενων του Παρισιού το 1871, η άρχουσα τάξη πέταξε στο καλάθι των αχρήστων ακόμα και τις ελάχιστες αυτές πολιτικές ελευθερίες που υπήρχαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, εξαπολύοντας ένα αιματηρό κύμα βίας ενάντια στον καθένα και την καθεμία που αντιστεκόταν στους νόμους των πλουσίων.

Μια μειονότητα αναρχικών θέλησε να εκδικηθεί τη βία αυτή των αφεντικών και της αριστοκρατίας ενάντια στους εργαζόμενους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εκδίκηση αυτή ήταν έργο μεμονωμένων ατόμων που ενεργούσαν με τη δική τους και μόνο πρωτοβουλία. Εντούτοις, οι ενέργειες αυτές ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία ώστε να φορτωθεί ο αναρχισμός με την εικόνα του βίαιου Στην Αγγλία, η Scotland Yard είχε μια πολύ καλή ευκαιρία να εξαπολύσει μια «μαύρη» προπαγάνδα. Έτσι έπλασαν σενάρια με αναρχικούς (συνήθως «ξένους») για τους οποίους έλεγαν ότι σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν δηλητήριο και βόμβες «στον πόλεμό τους μέχρι θανάτου ενάντια στην κοινωνία». Υποτίθετο ακόμα ότι, επρόκειτο να εξαπολυθούν από τους αναρχικούς επικίνδυνα μικρόβια ώστε να μολυνθούν μερικές από τις φτωχότερες και πιο ρυπαρές περιοχές του EastEnd του Λονδίνου. Υποστηρίχθηκε επιπλέον ότι, όλοι αυτοί οι συνωμότες σχεδίαζαν να μαζέψουν τα ενδύματα των θυμάτων της χολέρας και να τα εισάγουν στην Αγγλία. Όταν ένα ψέμα επαναλαμβάνεται συχνά τότε οι περισσότεροι άνθρωποι το δέχονται πλέον ως γεγονός, έως ότου συναντήσουν πραγματικούς ζωντανούς αναρχικούς και ανακαλύψουν ότι το ψέμα αυτό είναι πιο πιστευτό από ό,τι άλλα.

Έτσι, ας θέσουμε το ζήτημα ξεκάθαρα. Οι αναρχικοί σε όλο τον κόσμο, έχουν διακηρύξει ότι οι μυστικοί στρατοί και οι συνωμοσίες δεν μπορούν να επιφέρουν το είδος της αλλαγής που επιθυμούμε. Συνήθως, οι μυστικοί αυτοί στρατοί και οι διάφοροι συνωμότες είναι άσπλαχνοι και δεν ενδιαφέρονται αρκετά για το εάν θα υπάρξουν αθώα θύματα από τον αυτοονομαζόμενο πόλεμό τους. Είναι ελιτιστές και αυταρχικοί και δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο παρά μόνο στο δικό τους, παρά το ότι διακηρύσσουν ότι ό,τι κάνουν το κάνουν «για τον λαό». Μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί. Πάνω στην απογοήτευσή τους, οι μικρές τέτοιες ομάδες στρέφονται σε στρατιωτικές μεθόδους. Η αδικία βρίσκεται παντού και πάντα υπάρχουν εκείνοι που ψάχνουν για μια γρήγορη λύση.

Πρέπει να δηλώσουμε σαφώς ότι το να δολοφονούνται μεμονωμένοι εξουσιαστές, αφεντικά ή μέλη των αστυνομιών τους είναι κάτι με το οποίο δεν πρόκειται να ανατραπεί ποτέ το καπιταλιστικό σύστημα. Όλοι αναπληρώνονται. Ο καπιταλισμός επιβιώνει επειδή η πλειοψηφία των ανθρώπων θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική λύση. Πρέπει να τους πείσουμε ότι υπάρχει και ότι είναι στο χέρι τους να την κάνουν πραγματικότητα.

Μόνο μια ισχυρή και πολιτικά συνειδητοποιημένη εργατική τάξη μπορεί να εκπληρώσει αυτό το καθήκον. Όταν φτάνουμε στο στάδιο αυτό, είναι αρκετά σίγουρο ότι οι παλαιοί εξουσιαστές δεν πρόκειται να παραιτηθούν από τον πλούτο και την εξουσία τους χωρίς αγώνα. Σε όλη την ανθρώπινη ιστορία καμία άρχουσα τάξη δεν παραιτήθηκε οικειοθελώς. Θα πρέπει να υπάρξει υπεράσπιση των κερδών μιας νέας κοινωνίας, μιας κοινωνίας βασισμένης στη συμφωνία και στη συμμετοχή της πλειοψηφίας, θα πρέπει να υπερασπιστούν. Και αυτό μπορεί να γίνει από τις οργανώσεις εκείνες που βρίσκονται υπό δημοκρατικό έλεγχο.

Η κοινωνία δεν πρόκειται να αλλάξει με οποιαδήποτε βία. Μόνο η βία αυτή που προέρχεται από τη νίκη της πλειοψηφίας, που θα έχει πλέον αναρχικούς στόχους, για να υπερασπίσει τη νέα κοινωνία από τις επιθέσεις των πρώην εξουσιαστών και πρώην αφεντικών, δικαιολογείται.

* Το κείμενο αυτό του AlanMacSimoin, μέλους του αναρχοκομμουνιστικού WSM (WorkersSolidarityMovement) από την Ιρλανδία, δημοσιεύτηκε στο δελτίο της οργάνωσης «WorkersSolidarity» το 2001. Μπορεί να βρεθεί σε pdf στο http://struggle.ws/ws/2001.html Μετάφραση στα ελληνικά «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μελβούρνη, 17 Οκτώβρη 2005.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ψηφίζουν οι αναρχικοί; ένα κείμενο του Eduardo Colombo

To κείμενο που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί μέρος του βιβλίου «Η βούληση του λαού – Δημοκρατία και Αναρχία» του Eduardo Colombo, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες. Ο αυθεντικός τίτλος του κειμένου είναι «Η ψήφος και η καθολική ψηφοφορία»

Η ψήφος και η καθολική ψηφοφορία

«Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν!» Ακούμε αρκετά συχνά αυτή τη διαβεβαίωση. Είναι αλήθεια;

Η ψήφος

Ας δούμε αρχικά τι θα πει ψηφίζω.
1. Η ψήφος είναι μια διαδικασία που επιτρέπει την έκφρα- ση μιας γνώμης ή μιας βούλησης. Στη λατινική ετυμολο- γία, votum είναι η μετοχή αορίστου του ρήματος vovere: επικαλούμαι (Λιτρέ), κάνω ευχή, δίνω ή αρνούμαι την ευχή μου. Ψηφίζοντας, παραχωρεί κανείς τη φωνή του στο σώμα των ιερέων (στις αρχαίες χριστιανικές αδελφό- τητες). Μπορεί κανείς να ψηφίσει με ποικίλους τρόπους – για παράδειγμα, κατά παραγγελία ή αυτοπροσώπως. Η ψηφοφορία, ή ψήφος, είναι μια μέθοδος που συνήθως χρησιμεύει για την ανάδειξη μιας πλειοψηφίας (σχετι- κής, απλής, 3/4 κ.ο.κ.). Δεν έχει νόημα παρά μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη μιας πλειοψηφικής γνώμης χρειάζεται ώστε να απαντηθεί το ερώτημα που τίθεται.

2. Το να ψηφίζει, λοιπόν, κανείς σημαίνει να εκφράζει άποψη (με την ευρεία έννοια) για κάτι ή για κάποιον, γενικά με σκοπό τη συγκρότηση μιας πλειοψηφίας. Το να δίνεις την ψήφο σου μπορεί να χρησιμεύσει σε μια διαβούλευση ή σε μια εκλογή: στην τελευταία περίπτωση, αυτό επιτρέπει την επιλογή (οι λέξεις electio και eligere σημαίνουν αντίστοιχα «επιλογή» και «επιλέγω») μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων που θέτουν υποψηφιότητα για ένα θεσμικό αξίωμα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να επιλεχθεί μια στρατηγική ή, ακόμα, για να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί μια άποψη.

3. Η ψήφος χρησιμεύει για την ανάδειξη μιας πλειοψηφίας, καλώς· αλλά σε τι χρησιμεύει μια «πλειοψηφία»; Οπωσδήποτε όχι στο να έχει δίκιο. Όμως εκεί όπου διίστανται οι απόψεις πάνω σε ζητήματα επικαιρότητας ή τακτικής, εκεί όπου τα επιχειρήματα δεν πείθουν –και, γι’ άλλη μια φορά, δεν πρόκειται για ζητήματα αρχών ή αξιών– για παράδειγμα, προκειμένου να αποφασιστεί ποια μέρα θα ξεκινήσει μια απεργία ή για να διαπιστωθεί αν υπάρχει συμφωνία για την έκδοση κάποιου ειδικού τεύχους ενός περιοδικού, η απόφαση με πλειοψηφία αποδεικνύεται χρήσιμη μέθοδος.

4. Επομένως, για τους αναρχικούς, η ψήφος πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με την ορθότητα μιας πλειοψηφίας.

Πρώτον: Ο νόμος της πλειοψηφίας (ευάλωτος στην κριτική και υφιστάμενος κριτική στο επίπεδο της πολιτικής φιλοσοφίας του αναρχισμού) που προσιδιάζει στην άμεση ή έμμεση δημοκρατία δεν είναι ένας «νόμος» που επιβάλλεται στους αναρχικούς: οποιαδήποτε απόφαση, οποια- δήποτε δέσμευση, πρέπει να κατακτάται ή να γίνεται δεκτή ελεύθερα.

Δεύτερον: Η ελεύθερη συμφωνία αποκλείει την τυπική πλειοψηφία που επιτυγχάνεται με την ψήφο. Αμέτρητες αποφάσεις, καταστάσεις, συνθήκες, ξεφεύγουν από οποιαδήποτε επίκληση οποιασδήποτε πλειοψηφίας. Η «πλειοψηφία» προσώπων, η πλειοψηφία μιας συνέλευσης, δεν κατέχει την αλήθεια ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει δίκιο, δεν γνωρίζει καλύτερα τι πρέπει να γίνει από εμένα, εσένα, εσάς. (Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια συνέλευση σοφών έχει τη νοημοσύνη του πιο αδύνατου από τα μέλη της.)

Τρίτον: Το να ζητά κανείς τη λήψη μιας απόφασης «με πλειοψηφία» σε θέματα που αφορούν αξίες, «αρχές», γνώσεις, είναι ανοησία. Αρνούμαι να συμμετάσχω σε μια ψηφοφορία στην οποία θα έπρεπε να αποφασιστεί αν η ελευθερία είναι προτιμότερη από την σκλαβιά ή αν η ανοσολογική θεωρία της «κλωνικής επιλογής» είναι αληθής.

Αλλά όταν έχουμε να κάνουμε με συλλογικά στρατηγικά διακυβεύματα, αν χρειάζεται να αναλάβουμε κοινές δραστηριότητες, αν χρειάζεται να συμφωνήσουμε για να επιλέξουμε μια κατεύθυνση αντί για μια άλλη –και εγώ ως άτομο δεν θεωρώ ότι αυτή η επιλογή θίγει τις αξίες μου (τις αρχές μου)–, μπορώ κάλλιστα να δεχτώ ως χρήσιμη μέθοδο τη συμμετοχή σε μια απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία.

Συμπέρασμα: Σε μια αναρχική ομάδα ή σε μια συνέλευση, αν έχει από κοινού αποφασιστεί να βγει μια απόφαση με πλειοψηφία και προσωπικά δέχομαι να συμμετάσχω στην ψηφοφορία, τότε δεσμεύομαι να τηρήσω την πλειοψηφική απόφαση (κάτι που αποτελεί κανόνα ηθικής ευ- θύνης).

Η μυστική ψηφοφορία

Η ψηφοφορία πρέπει να είναι δημόσια ή μυστική;
«Είναι μεγάλο ζήτημα», έλεγε ο Μοντεσκιέ (πρβλ. Το πνεύμα των νόμων, βιβλίο 2ο, 2) ο οποίος προσέγγιζε το πρόβλημα βασιζόμενος στον Κικέρωνα. Ο τελευταίος γράφει στο Βιβλίο Γ’ του Περί νόμων: «Το καλύτερο είναι να ψηφίζει κανείς δια βοής· μπορούμε όμως να εξασφαλίσουμε ότι αυτός θα είναι ο κανόνας;». Και μερικές σειρές παρακάτω προσθέτει: «Ποτέ ένας ελεύθερος λαός δεν αισθάνθηκε την ανάγκη» ενός νόμου που να καθιερώνει τη «μυστική ψηφοφορία»· «τη ζητά με επιμονή όταν καταπιέζεται από τη δύναμη και την κυριαρχία των ισχυρών». Ο Μοντεσκιέ επιδοκιμάζει: «Αναμφίβολα, όταν ο λαός ψηφίζει, η ψήφος του πρέπει να είναι δημόσια, και αυτός πρέπει να θεωρείται ένας θεμελιώδης νόμος της δημοκρατίας».[1]

Αλλά ούτε ο Κικέρων ούτε ο Μοντεσκιέ νιώθουν κανένα θερμό πάθος για την ισότητα και βρίσκουν ελαφρυντικά για όσους επικαλούνται τη μυστική ψηφοφορία. Η μυστική ψηφοφορία, πιστεύει ο Μοντεσκιέ, προλαμβάνει τις δολοπλοκίες, όταν, σε μια αριστοκρατία το σώμα των ευγενών πρέπει να δώσει την ψήφο του, αφού «όλα γίνονται με δολοπλοκία και μηχανορραφίες μεταξύ των ισχυρών» (Λεσάζ). Αντίθετα, ο Μακιαβέλι, που είχε εντρυφήσει σε τέτοιες υποθέσεις, ήξερε ότι κάτω από τον μανδύα του μυστικού εξυφαίνονται οι φραξιονιστικές έριδες. Στις Φλωρεντινές ιστορίες (βιβλίο 7ο, ΙΙ), διαβάζουμε για τον Κόζιμο των Μεδίκων και τον Νέρι Καπόνι: «Ο Νέρι ήταν μεταξύ αυτών που είχαν κατακτήσει τη δημοτικότητά τους δια της νόμιμης οδού, με τέτοιο τρόπο ώστε είχε πολλούς φίλους αλλά ελάχιστους οπαδούς. Ο Κόζιμο (…), έχοντας κατακτήσει τη δημοτικότητά του τόσο με μυστικά μέσα όσο και στο φως της μέρας, είχε πλήθος φίλων και οπαδών».

Στην πραγματικότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια μιας τόσο παλιάς ιστορίας, η δημόσια ή μυστική ψηφοφορία παραχωρήθηκε ή θεσμοθετήθηκε από βασιλείς, τυράννους ή κυρίαρχες ολιγαρχίες, ανάλογα με την κοινωνική περίσταση ή την πολιτική συγκυρία και, προφανώς, τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων. Η κυρίαρχη αριστοκρατική ή ολιγαρχική ομάδα ελέγχει καλύτερα μια συνέλευση έξωθεν με τη δημόσια ψηφοφορία (όπως υπενθυμίζει ο Μοντεσκιέ: οι Τριάκοντα Τύραννοι των Αθηνών θέλησαν οι ψηφοφορίες των Αρεοπαγιτών να είναι δημόσιες για να τους κατευθύνουν κατά την αρέσκειά τους) και έσωθεν με τη μυστική ψηφοφορία.

Όσο πιο μεγάλη η εξουσία, τόσο πιο ακραία η μυστικότητα: Το Ιερό Κολέγιο των Καρδιναλίων συνέρχεται σε Κονκλάβιο (con clave = κλειδαμπαρωμένο) για να εκλέξει τον Πάπα.

Το προοδευτικό, σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα αντιτέθηκε αρχικά στη μυστική ψήφο γιατί διευκόλυνε την ανευθυνότητα και την υποκρισία, και δεν την έκανε δεκτή στις δικές του συνελεύσεις, όπως συνεχίζουν να πράττουν οι αναρχικοί· όμως, μπροστά στην προοδευτική κατάκτηση του λεγόμενου καθολικού εκλογικού δικαιώματος και την πραγματικότητα της καταπίεσης, της εξαθλίωσης και της εκμετάλλευσης, αναγκάστηκε να δεχτεί ότι ο μυστικός χαρακτήρας της ψήφου συνιστά προστασία για τον εργάτη ή τον αγρότη, που μπορούσε έτσι να γλιτώσει από την οργή του αφεντικού ή του φεουδάρχη, όταν αυτός έκρινε την ψήφο «μη αρεστή».

Σε μια συνέλευση, η μυστική ψήφος επιτρέπει την αποσύνδεση λόγων και έργων, άποψης και δράσης: μπορεί κανείς να εκφράζει την άποψή του δημοσίως σύμφωνα με ορθά κριτήρια και με σύνεση, και να ψηφίζει με την κάλυψη που παρέχει ο μυστικός χαρακτήρας σύμφωνα με τα πιο άμεσα συμφέροντα ή τα πιο ανομολόγητα πάθη.

Για τους αδύναμους και τους ευρισκόμενους υπό εκμετάλλευση, η μυστική ψήφος είναι μια προστασία που τους επιτρέπει να εκφράσουν μια γνώμη της οποίας την ευθύνη δεν είναι σε θέση να αναλάβουν. Για τους ελεύθερους και τους ίσους, η μυστική ψήφος είναι τροχοπέδη που τους αναγκάζει να υπολογίζουν την καχυποψία και την κατηγορία.

Με δύο λόγια, η μυστική ψήφος είναι αναγκαία για τους αδύναμους και βίτσιο των Δόγηδων και των Παπών. Στην άμεση δημοκρατία (τόσο στην αγορά της πόλεως όσο και στις συγκεντρώσεις της εκκλησίας του δήμου, ο λόγος ήταν ελεύθερος [παρρησία] και ίσος [ισηγορία], όπως και στις συνελεύσεις των Αβράκωτων ή στο επαναστατικό εργατικό κίνημα)[2], ψηφίζαν δημόσια, με ανάταση της χειρός, ενώπιον των υπολοίπων, των ίσων, των ομοίων.

Η καθολική ψηφοφορία

«Αν οι εκλογές άλλαζαν τίποτα, θα ήταν παράνομες.»
Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν! Και είναι αλήθεια: όταν πρόκειται για καθολική ψηφοφορία, οι αναρχικοί προπαγανδίζουν την επαναστατική αποχή. Ο αναρχικός αρνείται να χρησιμοποιήσει το ψηφοδέλτιο για ν’ αλλάξει κάτι ή για να συμμετάσχει στην έκφραση της «λαϊκής βούλησης», επειδή γνωρίζει ότι αυτές οι δύο αυταπάτες είναι μια τεράστια πλάνη, συστατική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Οι νοικοκυραίοι θα έπρεπε να το γνωρίζουν, αλλά δεν το ξέρουν. Ένα ελεύθερο πνεύμα δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί κοιτάζοντας γύρω του, όπου, μολονότι συνεχώς καταπατείται και περιοδικά εξαπατείται, η εμπιστοσύνη του εκλογέα επιβιώνει σε πείσμα των επαναλαμβανόμενων απογοητεύσεων και της δικής του καθημερινής μεμψιμοιρίας.

Τα κοινοβουλευτικά σώματα διαδέχονται το ένα το άλλο, καθένα αφήνοντας πίσω του την ίδια ματαίωση, την ίδια μομφή (Σεμπαστιάν Φωρ). Και, σαν αξιοθρήνητος Σίσυφος, ο εκλογέας εξακολουθεί να ψηφίζει όποτε η πολιτική εξουσία τού ζητά να το κάνει.

Γνωρίζουμε ότι τα επιχειρήματά μας είναι ισχυρά, αλλά η λογική δεν επαρκεί. Η συνήθεια, το έθιμο, επιβάλλονται από μόνα τους, για τον λόγο ότι ο πολίτης τα βρίσκει ήδη εκεί στον κοινωνικό ιστό, τα προσλαμβάνει μό- λις γεννιέται και ακολουθεί τον νόμο που η εξουσία τού έχει ορίσει. «Όμως, οι νόμοι –έγραφε ο Μονταίν– τηρούνται από πίστη· όχι επειδή είναι δίκαιοι, αλλά επειδή είναι νόμοι. Αυτό είναι το απόκρυφο θεμέλιο της αυθεντίας τους· δεν έχουν άλλο κανένα».[3]

Το καθεστώς της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης αφαιρεί από τον λαό την ικανότητά του να φτιάχνει ή να εγκαθιδρύει τους δικούς του κανόνες. Ήδη κατά την Επανάσταση, στις απαρχές της Δημοκρατίας, η ιακωβίνικη μπουρζουαζία αντιτίθεται στο δικαίωμα των τομέων να έχουν μόνιμες συνελεύσεις.[4] «Αν οι συνελεύσεις βάσης –λέει ο Ροβεσπιέρος– συγκαλούνταν για να κρίνουν ζητήματα του κράτους, η Συμβατική Συνέλευση θα καταστρεφόταν». Οι λέξεις αυτές προκάλεσαν το ακόλουθο σχόλιο του Προυντόν: «Είναι σαφές. Αν ο λαός γίνει νομοθέτης, σε τι χρησιμεύουν οι αντιπρόσωποι; Αν κυβερνά ο ίδιος, σε τι χρησιμεύουν οι υπουργοί;».[5]

Ωστόσο, η κυβέρνηση είναι απαραίτητη, μας λένε, για να διατηρηθεί η τάξη στην κοινωνία και να διασφαλιστεί η υπακοή στην αυθεντία, ακόμη κι αν αυτή η τάξη και η υπακοή καθαγιάζουν «την υποταγή του φτωχού στον πλούσιο, του ελεύθερου χωρικού στον ευγενή, του εργάτη στο αφεντικό, του λαϊκού στον κληρικό». Εν ολίγοις, η κρατική τάξη είναι η κοινωνική ιεραρχία, η εξαθλίωση για τις μάζες, η ευμάρεια για λίγους.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που βασίζεται στην καθολική ψηφοφορία, δεν μπορεί παρά να ενδυναμώνει αυτή την ιεραρχία. Ο Μπακούνιν πίστευε ότι «ο κυβερνητικός δεσποτισμός δεν είναι ποτέ τόσο φοβερός και βίαιος όσο όταν στηρίζεται στην υποτιθέμενη αντιπροσώπευση της ψευδο-βούλησης του λαού».[6]

Γιατί όμως η καθολική ψηφοφορία δεν μπορεί να εκφράζει παρά μόνο μια ψευδο-βούληση; Επειδή εμπεριέχει μια τριπλή φενάκη, τρεις καλά κρυμμένες παγίδες.

1. Ένα άτομο (ένας πολίτης, μία πολίτης), μία ψήφος. Η αριθμητική ισότητα του συλλογικού θεσμού της καθολικής ψηφοφορίας καταφέρνει να κατασκευάσει ποικίλες αφηρημένες ενότητες –πλειοψηφία, μειοψηφία, οπαδοί της αποχής– με αφετηρία μια σειριακή τάξη η οποία διαχωρίζει, απομονώνει συγκεκριμένα και πραγματικά άτομα. Τα άτομα αυτά είναι φορείς ποικίλων κοινωνικών πρακτικών, εντάσσονται σε κοινωνικές ομάδες, συγκροτούν ένα δίκτυο συναισθηματικών και γνωστικών σχέσεων, εργασίας και δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου, και αυτές οι ομάδες ενέχουν τεράστιες ανισότητες ως προς τη γνώση, τις δυνατότητες ενημέρωσης, το χρήμα. Έτσι, η αφηρημένη και τεχνητά κατασκευασμένη ενότητα που προκύπτει από την κάλπη χρησιμεύει αποκλειστικά στην επιλογή, με κόστος μικρότερο απ’ ό,τι η ανοιχτή πάλη, μεταξύ των ποικίλων πολιτικών και οικονομικών ομάδων της κυρίαρχης τάξης που μάχονται για να πάρουν τον έλεγχο της κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, των ΜΜΕ, της κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Οι «αντιπροσωπευτικές» ολιγαρχίες που είναι γνωστές στον βιομηχανοποιημένο κόσμο με την ονομασία «δημοκρατικά καθεστώτα» στηρίζονται σε αυτή την ψευδοβούληση του λαού –αποτέλεσμα της εξίσωσης ή ομογενοποίησης που επιβάλλεται από την καθολική ψηφοφορία με την αριθμητική αφαίρεση με σκοπό τη διατήρηση της κοινωνικής ιεραρχίας και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης της συλλογικής εργασίας.

2. Η επιλογή του εκλογέα κατευθύνεται, στην πράξη, σε υποψηφίους που έχουν εκ των προτέρων επιλεγεί από τα πολιτικά κόμματα. Οι υποψήφιοι αυτοί (με εξαίρεση τις δημοτικές εκλογές μικρών πόλεων) έχουν μακρά πολιτική καριέρα, που υπαγορεύεται από τις θεσμικές απαιτήσεις αυτών των κομμάτων, και δύσκολα βλέπουμε κάποιον απείθαρχο, κάποιον αντάρτη, να φτάνει μακριά σε μια τέτοια πορεία. Τα κόμματα είναι που διαλέγουν τους «αντιπροσώπους του λαού», τα κόμματα είναι αυτά που εκλιπαρούν για τη φωνή των εκλογέων.

Η λαϊκή βούληση, έχοντας ήδη υποβαθμιστεί σε μια αριθμητική ενότητα –ο ίδιος ο λαός δεν διαβουλεύεται, δεν αποφασίζει, αυτό το καθήκον επιφυλάσσεται για τους υποτιθέμενους αντιπροσώπους του–, έχει τη δυνατότητα, προκειμένου να εκφραστεί, να επιλέξει σε τελική ανά- λυση μεταξύ δύο ή τριών πολιτικών, και επιλέγει, όπως λέμε, το μικρότερο κακό. Το να επιλέγει κανείς το μικρότερο κακό σημαίνει, λογικά, να επιλέγει πάντα το κακό. Και μπορούμε μετά να προσποιούμαστε ότι αυτό είναι η λαϊκή βούληση;

3. Η αντιπροσώπευση που προκύπτει από την καθολική ψηφοφορία είναι μια συνολική ανάθεση της εξουσίας του εκλογέα (της ικανότητάς του να αποφασίζει) στο πρόσωπο του αντιπροσώπου για τη χρονική περίοδο της εντολής. Έχουν ξεχαστεί οι απαιτήσεις των εντολέων των τομέων του Παρισιού του 1789, οι οποίοι πρόσταζαν τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους να συμμορφώνονται στη βούληση των συνελεύσεων βάσης. Έχει ξεχαστεί η κατηγορηματική εντολή του ελέγχου. Οι «συνελεύσεις βάσης» ανήκουν πλέον στα πολιτικά κόμματα (αν μπορούμε ακόμα ν’ αποκαλούμε έτσι αυτές τις συναθροίσεις που συγκαλούνται από τους κομματάρχες). Ο λαός, που θεωρείται ανήλικος, τίθεται υπό κηδεμονία. Έχει διαλέξει τον αφέντη του. Το βουλώνει μέχρι το επόμενο κάλεσμα από την πολιτική εξουσία.

Ονομάζουμε αντιπροσωπευτική ή έμμεση δημοκρατία αυτό τον θεσμό στον οποίο η βούληση του λαού έχει υπεξαιρεθεί από την αλχημεία της καθολικής ψηφοφορίας.

Ο αναρχικός δεν θέλει να παίζει θέατρο. Δεν υποκλίνεται μπροστά στη θεσμική αυθεντία.

«Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν!»

***

Σημειώσεις:

[1] Montesquieu, Œuvres complètes, Seuil, Παρίσι 1964, σ. 534.

[2] Πρβλ. E. Colombo, «Della polis et dello spazio sociale plebeo», ό. π.

[3] Montaigne, Essais, III, XIII: «Περί εμπειρίας».

[4] Κατά τη Μεγάλη Επανάσταση, το δικαίωμα των τομέων να έχουν μόνιμες συνελεύσεις είχε διακηρυχτεί παντού στη Γαλλία από τις 25 Ιου- λίου 1792. Τον Σεπτέμβριο του 1793, με πρωτοβουλία του Δαντόν και της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας, αποφασίζεται ότι οι συνελεύσεις των τομέων δεν θα είναι πια μόνιμες, αλλά θα γίνονται μόνο δύο φορές την εβδομάδα, μεταξύ 5 και 10 το βράδυ. Οι Αβράκωτοι αγωνιστές, για να παρακάμψουν τον νόμο, αποφασίζουν τότε να δημιουργήσουν τους λαϊκούς συνεταιρισμούς και να βρίσκονται σε λαϊκές συνελεύσεις.


Όπως διαπιστώνει ο Αλμπέρ Σαμπούλ: «Δύο αντιλήψεις αντιπαρα- τίθενται: η αντίληψη των Αβράκωτων, την οποία ερμηνεύει ο Βαρλέ: ο λαός μπορεί να συγκεντρώνεται όπου και όποτε θέλει, η κυριαρχία του δεν μπορεί να περιορίζεται… Αυτή την αντίληψη περί απόλυτης λαϊκής κυριαρχίας, ούτε η Συμβατική Συνέλευση ούτε οι Επιτροπές της Κυβέρ- νησης μπορούσαν να τη δεχτούν, διαφορετικά κινδύνευε να εξουδετερω- θεί κάθε κυβερνητική δράση. Θιασώτες μιας αστικής και κοινοβουλευτικής αντίληψης, από τη στιγμή που η θεωρητική κυριαρχία του λαού είχε διακηρυχθεί και οι εξουσίες του είχαν εκχωρηθεί, του αρνούνταν αυτό το δικαίωμα εποπτείας που τόσο περιφρουρούσαν οι Αβράκωτοι». (Βλ. E. Colombo, “Della polis et dello spazio sociale plebeo», ό. π.)

[5] Pierre-Joseph Proudhon, Idée générale de la révolution au XIXe siècle, Édi- tions de la Fédération Anarchiste Française, Παρίσι 1979, σ. 119.

[6] Michel Bakounine, Étatisme et Anarchie. Œuvres complètes, Champ Libre, Παρίσι 1976, τόμος 4ος, σ. 221.






Πηγή https://risinggalaxy.wordpress.com