Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφικές έννοιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφικές έννοιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Φαινομενολογία




Η φαινομενολογία είναι φιλοσοφικό κίνημα το οποίο βασίζεται στην διερεύνηση των φαινομένων, δηλαδή των πραγμάτων που γίνονται αντιληπτά ενσυνείδηταμέσω των αισθήσεων, και όχι στην ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος «αυτού καθ' εαυτό», ευρισκόμενου πέρα από τα όρια της ανθρώπινης συνειδητότητας.

Με σημείο εκκίνησης την εμπειρία των φαινομένων (αυτό που αποτυπώνεται ως συνειδητή εμπειρία), επιχειρεί να εξαγάγει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αντιληπτικής διαδικασίας και την οντότητα των εμπειριών μας. Έλκει την καταγωγή του απο τη Σχολή του Μπρεντανό, και το έργο του φιλόσοφου του 20ου αιώναΈντμουντ Χούσερλ. H φαινομενολογική σκέψη έπαιξε καθοριστική σημασία στην ανάπτυξη του υπαρξισμού στη Γαλλία και τη Γερμανία, όπως είναι φανερό στο έργο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, του Μωρίς Μερλώ-Ποντύ και του Μάρτιν Χάιντεγκερ.


Ιστορικό

Ο όρος φαινομενολογία έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Christoph Friedrich Oetinger στη μελέτη του "θεϊκού συστήματος σχέσεων».
Γιόχαν Χάινριχ Λάμπερτ (μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος) για τη θεωρία των φαινομένων στα οποία βασίζεται η εμπειρική γνώση.
Ιμμάνουελ Καντ για τον ίδιο σκοπό.
Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, όπου ο όρος αναφέρεται σε μία ορθολογική μελέτη του τρόπου αντίληψης.
Έντμουντ Χούσερλ, ο οποίος την επαναπροσδιόρισε ως ένα είδος περιγραφικής ψυχολογίας και αργότερα ως επιστημολογικό, θεμελιωτικό οντολογικό κλάδο.
Καρλ Στουμφ, ο οποίος τη χρησιμοποιεί για να αναφερθεί σε μια οντολογία με αισθητηριακό περιεχόμενο.

Σήμερα η χρήση του όρου αναφέρεται συνήθως στο έργο του Χούσερλ.
Ο Χούσερλ και η καταγωγή της φαινομενολογίας

Ο Χούσερλ εξήγαγε πολλές σημαντικές αρχές που έχουν κεντρικό ρόλο στη φαινομενολογία απο το έργο και τις διαλέξεις των δασκάλων του, φιλοσόφων και ψυχολόγων Φραντς Μπρεντάνο και Καρλ Στουμφ. Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που ο Χούσερλ υιοθέτησε απο τον Μπρεντάνο είναι η προθετικότητα, η ιδέα ότι το κεντρικό χαρακτηριστικό της συνείδησης είναι ότι έχει πάντα πρόθεση, ότι αναφέρεται κάπου. Αν και συνήθως η ιδέα αυτή απλοποιείται σαν σκοπιμότητα, ή στην απαραίτητη ύπαρξη μίας σχέσης μεταξύ νοητικών πράξεων και εξωτερικού κόσμου, ο Μπρεντάνο την όρισε σαν το κύριο χαρακτηριστικό των νοητικών φαινομένων. Κάθε νοητικό φαινόμενο, κάθε ψυχολογική πράξη έχει ένα περιεχόμενο και κατευθύνεται σε ένα αντικείμενο (το αντικείμενο του φαινομένου ή της πράξης). Π.χ. κάθε πίστη ή επιθυμία έχει ως αντικείμενο μία πεποίθηση ή ένα επιθυμητό. Η ιδιότητα του έχοντος προθετικότητα είναι καθοριστική για τη διάκριση των φυσικών φαινομένων από τα ψυχικά φαινόμενα, επειδή τα φυσικά φαινόμενα δεν έχουν καμία προθετικότητα.

Κάποια χρόνια μετά τη δημοσίευση του πιο σημαντικού του έργου, Λογικές Διερευνήσεις (Logische Untersuchungen, πρώτη έκδοση 1900-1901), ο Χούσερλ οδηγήθηκε στη διάκριση μεταξύ της πράξης της συνείδησης (νόηση) και των φαινομένων στα οποία η νόηση κατευθύνεται (νοήματα). Οντολογική γνώση θα ήταν δυνατή μόνο μέσω της αναστολής όλων των υποθέσεων και a priori δεκτών αξιωμάτων για την ύπαρξη εξωτερικού κόσμου. Τη διαδικασία αυτή, που βρισκόταν στον αντίποδα του παραδοσιακού γνωσιολογικού ορθολογισμού, την ονόμασε εποχή (epoché). Έτσι η φαινομενολογία αναδυόταν ως μία αντικειμενική, επιστημονική μέθοδος εξέτασης της συνείδησης και των περιεχομένων της. Ο Χούσερλ πίστευε ότι το σύνολο της φιλοσοφίας θα μπορούσε να στηριχθεί πάνω στο οικοδόμημα της φαινομενολογίας.

Ο Χούσερλ, αργότερα επικεντρώθηκε στις ιδανικές, θεμελιώδεις δομές της συνείδησης. Καθώς ήθελε να αποκλείσει κάθε υπόθεση για την ύπαρξη εξωτερικών αντικειμένων, εισήγαγε τη μέθοδο της φαινομενολογικής αναγωγής για να τις απαλείψει. Αυτό που απέμεινε είναι το καθαρό υπερβατικό εγώ, σε αντιπαράθεση με το συμπαγές εμπειρικό εγώ. Τώρα η υπερβατική φαινομενολογία είναι η μελέτη των βασικών δομών που απομένουν στην καθαρή συνείδηση: αυτό ισοδυναμεί με τη μελέτη των νοημάτων και των σχέσεων μεταξύ τους.[1]
Η φαινομενολογία του Χάιντεγκερ και οι διαφορές με αυτή του Χούσερλ

Ενώ η πεποίθηση του Χούσερλ ήταν ότι η φιλοσοφία είναι ένας επιστημονικός τομέας που πρέπει να θεμελιωθεί σε μια φαινομενολογία που γίνεται κατανοητή ως επιστημολογία, ο Χάιντεγκερ άλλαξε ριζικά την άποψη αυτή. Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η φιλοσοφία δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας επιστημονικός τομέας, αλλά πιο θεμελιώδης από την ίδια την επιστήμη. Συνακόλουθα, αντί της φαινομενολογίας ως θεμελιωτικής μελέτης, την θεώρησε ως μεταφυσική οντολογία: «η ύπαρξη είναι το ορθό και μόνο θέμα της φιλοσοφίας», έγραψε. Ενώ για τον Χούσερλ στην εποχή η ύπαρξη εμφανίστηκε μόνο σαν απόρροια της συνείδησης, για τον Χάιντεγκερ η ύπαρξη είναι το αρχικό σημείο. Ενώ για τον Χούσερλ πρέπει να αποστασιοποιηθούμε από κάθε συμπαγή καθορισμό του εμπειρικού εγώ, για να μπορούμε να κατευθυνθούμε στο πεδίο της καθαρής συνείδησης, ο Χάιντεγκερ υποστηρίζει ότι «οι πιθανότητες και ο προορισμός της φιλοσοφίας είναι δεμένα στενά με την ανθρώπινη ύπαρξη, και ως εκ τούτου, με την προσωρινότητα και την ιστορικότητα».
Δείτε επίσης
Σκοτεινό Αστέρι (ταινία 1974)
Πηγές
The Concise Oxford Dictionary of Literary Terms, Chris Baldick, 2001, Oxford University Press.
Παραπομπές
 1.Παπαδόπουλος Παναγιώτης Σ., «Ιστορία και οντολογία της φύσης στη φαινομενολογία του E. Husserl», Λεβιάθαν 5 (1989), 107-115.
Βιβλιογραφία
Παπαδόπουλος Παναγιώτης Σ., «Ιστορία και οντολογία της φύσης στη φαινομενολογία του E. Husserl», Λεβιάθαν 5 (1989), 107-115.
Spiegelberg, Herbert: «Φαινομενολογία». Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου. Εποπτεία 82 (1983), 769-771.
Δήμου-Τζαβάρα, Αναστασία, «Η φαινομενολογική μέθοδος από τον Husserl στον Heidegger”. Ζήνων 13-17 (1992-1996), 185-190.
Biemel, Walter, «Ἡ φαινομενολογία τοῦ E. Husserl » , Ἐποπτεία, 17 (1977), σσ. 629-632
Diemer, Alwin, «Ἡ φαινομενολογία καὶ ἡ ἰδέα τῆς φιλοσοφίας ὡς αὐστηρῆς ἐπιστήμης » , Δευκαλίων, 12 (1974), σσ. 482-504
Farber, Marvin, Φαινομενολογία. Οἱ σημερινές της διαστάσεις καὶ ἡ σχέση αὐτῆς πρὸς τὴν ψυχολογία, τὴν ψυχιατρική, τὸν Ὑπαρξισμὸ καὶ ἄλλες φιλοσοφικὲς κινήσεις, Ἀθήνα, Γρηγόρη, 1970
Εξωτερικοί σύνδεσμοι[
Newsletter of Phenomenology (online-newsletter)
Studia Phaenomenologica ISSN 1582-5647
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Εμπειρισμός



Εμπειρισμός στη φιλοσοφία ονομάζεται η θεωρία που υποστηρίζει πως η πηγή και τα συστατικά της ανθρώπινης γνώσης προέρχονται από την εμπειρία που αποκτάται μέσω των αισθήσεων. Αυτές μπορεί να είναι είτε οι πέντε (5) παραδοσιακές αισθήσεις (ακοή, όραση, αφή, οσμή, γεύση) ή εσωτερικές αισθήσεις όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση.

Αν και στοιχεία του εμπειρισμού συναντώνται από την εποχή της διδασκαλίας του Αριστοτέλη και σε σημαντικό βαθμό στο έργο του Τόμας Χομπς, η κλασσική εμπειριστική θεώρηση συνδέεται κυρίως με τον Άγγλο εμπειριστή Τζων Λοκ, κατά τον οποίο ο ανθρώπινος νους παρομοιάζεται με άγραφο πίνακα (tabula rasa), αποκλείοντας κάθε προϋπάρχουσα (a priori) σκέψη. Οι θέσεις του εμπειρισμού, εξελίχθηκαν υπό μια συνεχιζόμενη διαμάχη με τον Σκεπτικισμό, όπου έγινε εντονότερη με τους διαδόχους του, Τζορτζ Μπέρκλεϊ και Ντέιβιντ Χιουμ. Αυτό οδήγησε στην κριτική θεώρηση των θέσεων του εμπειρισμού από τον Εμμάνουελ Καντ και μετέπειτα, κατά τον 20ο αιώνα, από τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν στον τομέα της Λογικής.

Ο εμπειρισμός έχει τις ρίζες του στην ιδέα πως οτιδήποτε γνωρίζουμε για τον κόσμο, είναι αυτά που μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε οι αισθήσεις μας και είναι επαληθεύσιμα μέσω της εμπειρικής απόδειξης. Στηρίζεται στην a posteriori γνώση, δηλαδή στην μη ύπαρξη έμφυτων αλλά ύστερων κατακτήσιμων ιδεών, και διακρίνει την εξωτερική αίσθηση μέσω της οποίας λαμβάνουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα και την εσωτερική αίσθηση, μέσω της οποίας τα επεξεργαζόμαστε και δημιουργούμε τις έννοιες και στη συνέχεια τις γνώσεις.

Ιστορικά αντιπαραβάλλεται με τον ρασιοναλισμό, κατά τον οποίο ο νους πρέπει να θεωρείται πηγή γνώσης και όχι οι αισθήσεις που μπορεί να μας εξαπατούν. Στις μέρες μας αυτός ο διαχωρισμός θεωρείται απλουστευτικός εξαιτίας της αποδοχής των κλασσικών ορθολογιστών (Ντεκαρτ, Σπινόζα, Λάιμπνιτς) της εμπειρικής απόδειξης, όπως επίσης και της διαισθητικής γνώσης και χρήσης της λογικής των εμπειριστών για διάφορες έννοιες (όπως πχ. η ύπαρξη του Θεού). Σε αντιδιαστολή είναι και ο λογικισμός, κατά τον οποίο η γνώση αποδίδεται στο λογικό συμπέρασμα.

Κύριοι εκπρόσωποι του Εμπειρισμού είναι ο Τόμας Χομπς, ο Τζων Λοκ και ο Ντενί Ντιντερό. Ο Εμπειρισμός συγγενεύει επίσης με την Αισθησιαρχία ή Αισθησιοκρατία.
Πηγές
Γιανναράς Αναστάσιος, Ο αγγλικός εμπειρισμός και ο γαλλικός διαφωτισμός. Πανεπιστημιακές παραδόσεις. «Παπαζήσης», Αθ. 1976.
Honderich T., 2005, The Oxford Companion to Philosophy, Oxford University Press
Kenny A., 2006, The Rise of Modern Philosophy, Oxford University Press
Guyer P., 2006, Kant and Modern Philosophy, Cambridge University Press
Markie P., (2004), "Rationalism vs. Empiricism" in Edward D. Zalta (ed.), Stanford Encyclopedia of Philosophy
Wikipedia/Empiricism [1]
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Ορθολογισμός Ρασιοναλισμός

Ο ορθολογισμός (ή ρασιοναλισμός) είναι η συνολική φιλοσοφική κατεύθυνση που αποδέχεται ως γνώμονα και αφετηρία της γνώσεως τη λογική σκέψη. Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό λόγο και τα βασικά του στοιχεία που μπορούν να αναζητηθούν στο νου μας. Από την περίοδο του Διαφωτισμού ο ορθολογισμός συνδέεται συνήθως με την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στη φιλοσοφία, αρχικά με το έργο των Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και Σπινόζα.

Ο ορθολογισμός συχνά έρχεται σε αντιπαράθεση με τον εμπειρισμό. Στη πράξη οι απόψεις αυτές δεν αποκλείονται αμοιβαία, αφού για παράδειγμα η φιλοσοφία της επιστήμης είναι και ορθολογιστική και εμπειρική. Αν τραβηχτεί όμως στα άκρα ο εμπειρισμός θεωρεί ότι όλες οι ιδέες προέρχονται από την εμπειρία, είτε μέσω των πέντε εξωτερικών αισθήσεων, είτε μέσω των εσωτερικών αισθήσεων όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση, και επομένως ότι η γνώση βασίζεται ουσιαστικά στην εμπειρία. Αντίστοιχα κάποιες εκδοχές ορθολογισμού υποστηρίζουν ότι ξεκινώντας με βασικές θεμελιώδεις αρχές, όπως τα αξιώματα της γεωμετρίας, θα μπορούσε κανείς να αντλήσει επαγωγικά το σύνολο ολόκληρης της δυνατής γνώσης. Οι φιλόσοφοι που υποστήριζαν περισσότερο την άποψη αυτή ήταν ο Σπινόζα και ο Λάιμπνιτς, οι προσπάθειες των οποίων να αντιμετωπίσουν τα επιστημολογικά και μεταφυσικά προβλήματα που έθεσε ο Ντεκάρτ οδήγησαν σε ανάπτυξη μιας κάπως θεμελιοκρατικής προσέγγισης του ορθολογισμού. Τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Λάιμπνιτς υποστήριζαν ότι κατ 'αρχήν τουλάχιστον όλες οι γνώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών γνώσεων, μπορούν να αποκτηθούν με τη χρήση του ορθού λόγου και μόνο. Αν και οι δύο παραδέχονταν ότι αυτό δεν είναι δυνατό στην πράξη για τον άνθρωπο, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της επιστήμης όπως είναι τα μαθηματικά.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82